Announcement

Collapse
No announcement yet.

The official ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ thread

Collapse
X
 
  • Filter
  • Time
  • Show
Clear All
new posts

  • Somari
    replied
    Classic Creepypasta. Το συγκεκριμένο από Reddit

    Leave a comment:


  • Chief
    replied
    Ωραίο! Απο πού όμως;

    Leave a comment:


  • Somari
    replied
    I live in Osaka, Japan and often use the subway to go to work in the morning. One day, when I was waiting for the train, I noticed a homeless man standing in a corner of the subway station, muttering to himself as people passed by. He was holding out a cup and seemed to be begging for spare change. A fat woman passed by the homeless man and I distinctly heard him say, “Pig.” Wow, I thought to myself. This homeless man is insulting people and he still expects them to give him money? Then a tall businessman went by and the homeless guy muttered, “Human.” Human? I can’t argue with that. Obviously, he was human. The next day, I arrived early at the subway station and had some time to kill, so I decided to stand close to the homeless man and listen to his strange mutterings.
    A thin, haggard-looking man passed in front of him and I heard the homeless guy mutter, “Cow.” Cow? I thought. The man was much too skinny to be a cow. He looked more like a turkey or a chicken to me. A minute or so later, a fat man went by and the homeless man said, “Potato.” Potato? I was under the impression that he called all fat people “Pig”.
    That day, at work, I couldn’t stop thinking about the homeless man and his puzzling behavior. I kept trying to find some logic or pattern in what he was muttering. Perhaps he has some kind of psychic ability, I thought. Maybe he knows what these people were in a previous life. In Japan, many people believe in reincarnation. I observed the homeless man many times and began to think my theory was right. I often heard him calling people things like “Rabbit” or “Onion” or “Sheep” or “Tomato”.
    One day, curiosity got the better of me and I decided to ask him what was going on. As I walked up to him, he looked at me and said “Bread.” I tossed some money into his cup and asked him if he had some kind of psychic ability. The homeless man smiled and said, “Yes, indeed. I do have a psychic ability. It is an ability I obtained years ago. But it is not what you might expect. I can’t tell the future or read minds or anything like that.” “Then what is your ability?” I asked eagerly. “The ability is merely to know the last thing somebody ate.” he said.
    I laughed because I realized he was right. He said “Bread.” The last thing I had eaten for breakfast that day was toast. I walked away shaking my head. Of all the psychic abilities someone could have, that one must be the most useless.

    Leave a comment:


  • Chief
    replied
    Απόσπασμα απο το βιβλίο "Μαουτχάουζεν", μαρτυρίες του Ιάκωβου Καμπανέλλη απο τη διαμονή του στο ομώνυμο στρατόπεδο συγκέντρωσης τη περίοδο 1943-1945:

    <<Συλλογιζόμασταν έναν Βέλγο, έναν τραγουδιστή όπερας που άλλοτε, τις Κυριακές τ' απογεύματα, τραγουδούσε Κάρμεν, Τόσκα, Κουρέα της Σεβίλης.
    Μια μέρα πήγε να ρίξει ένα κομμάτι ψωμί στην παράγκα αριθμός 20, εκεί που κλείνανε τους μελλοθάνατους. Τον είδε ο φρουρός. Τον βασάνισαν, ώσπου να μαρτυρήσει για ποιον ήταν το ψωμί. Ύστερα τους βάλανε και τους δύο στο κρατητήριο που είχε ένα δυνατό προβολέα στην οροφή. Τους αφήσανε μια βδομάδα χωρίς νερό και φαΐ. Μόνο με το φως του προβολέα. Όταν τους βγάλανε, ήταν τρελοί και μισότυφλοι. Τους είπανε πως "στην άκρη του διαδρόμου είχε ένα ποτήρι νερό και ένα πιάτο φαΐ. Όποιος πάει πρώτος, θα φάει και θα πιει." Άρχισαν να σέρνονται προς τα κει, γιατί κανείς τους δεν είχε δύναμη να σταθεί όρθιος. Ο Βέλγος πήγαινε μπροστά κι ο άλλος τον τράβαγε απ' τα πόδια, για να τον κρατήσει πίσω. Δεν ήταν πια άνθρωποι -πώς να'ναι-, ήταν δυο ζώα που θέλανε να μη ψοφήσουν. Κλοτσούσε, δάγκωνε ο ένας τον άλλον, ώσπου ο Βέλγος κατάφερε να δώσει μια πιο γερή και να αφήσει αναίσθητο εκείνον που είχε βοηθήσει ρίχνοντάς του ψωμί. Οι Ες-Ες παρακολουθούσαν τη κούρσα, έξαλλοι απο ενθουσιασμό. Κι όταν είδαν τον "καλό Βέλγο" να αφήσει αναίσθητο τον άλλον και να σούρνεται να πιει μόνος του το νερό και να φάει μόνος του το φαΐ, αρχίσανε να φωνάζουνε "τρέχα, βρομόσκυλο, τρέχα, βρομογούρουνο, τρέχα, υπάνθρωπε. Τώρα είσαι εντάξει." Αποκτηνώνοντας με τέτοια μέσα τον καθένα που είχε δείξει ανθρωπιά και θάρρος, εκδικούνταν το "καλό" που είχε κάμει.>>

    Leave a comment:


  • Ryu_gr
    replied
    Περίληψη - πίσω μέρος του βιβλίου Βολική αναισθησία του Κωστάκη Ανάν. Το τέλος του κειμένου όλα τα λεφτά!

    Όταν ήρθε μια εποχή που το τυρί άρχισε να λιγοστεύει επικίνδυνα, μαζεύτηκαν ως συνήθως όλες οι γάτες μαζί για να βρούνε λύση στο πρόβλημα. Τα πράγματα ήταν ακόμη πιο δύσκολα γιατί εν τω μεταξύ είχαν σηκώσει κεφάλι και τα ποντίκια και ζητούσαν το μερίδιο που τους αντιστοιχούσε από τα αποθέματα. Στη μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων υπήρχε μεγάλη αναταραχή, αντεγκλήσεις, νυχιές, δαγκώματα, χαμός. "Κάτω τα χέρια από τα ποντίκια! Είμαστε όλοι ζώα!" νιαούριζαν ακίνδυνα όσοι κάθονταν στα αριστερά. "Τα θεμελιώδη δικαιώματα των ποντικών είναι άμεση συνάρτηση των γατίσιων συμφερόντων", πετούσαν την φαντεζί αρλούμπα τους, όπως πάντα, οι γάτες του κέντρου. "Εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, θα ταΐζουμε και τα ποντίκια τώρα; Να φύγουνε, να πάνε αλλού!" ούρλιαζαν τα κωλόγατα από τη δεξιά πλευρά της αίθουσας. Το προεδρείο κοιτούσε με απάθεια. Έτσι κι αλλιώς, οι αποφάσεις ήταν ήδη ειλημμένες: Τα ποντίκια φυσικά δεν είχαν καμία ελπίδα. Με τα νέα μέτρα, όμως, θα έμεναν και ένα σωρό γάτες ξεκρέμαστες, και αυτό μπορεί να οδηγούσε σε γενικότερες αναταραχές. Ο κεραμιδόγατος δημόσιας τάξης κοίταξε τον πρόεδρο της συνέλευσης και, από το βλέμμα που εισέπραξε, κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να ενεργοποιηθεί για άλλη μια φορά η προαιώνια, κατάπτυστη, ανίερη συμμαχία. Σήκωσε το τηλέφωνο, κάλεσε τον αριθμό, και μια τραχιά φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής απάντησε: "Γαβ;"

    Leave a comment:


  • Chief
    replied
    Απο το The Screwtape Letters του C.S Lewis.

    Αγαπητέ μου Wormwood,

    Σκέφτηκα όσα είπες για τη πνευματική καθοδήγηση του ασθενούς μας και τη διασφάλιση της συνεχούς επικοινωνίας με τον υλιστή φίλο του. Αλλά δεν είσαι λίγο αφελής; Ακούγεται λες και προτείνεις πως η επιχειρηματολογία είναι ο τρόπος για να τον κρατήσουμε μακριά απο τα νύχια του Εχθρού. Ίσως και να ήταν, αν ζούσε μερικούς αιώνες νωρίτερα. Τότε οι άνθρωποι είχαν ακόμα γνώση του πότε κάτι είχε βάση και πότε όχι, και αν είχε βάση τότε το πίστευαν στ' αλήθεια. Ακόμα συνέδεαν τη σκέψη με τη πράξη και ήταν πρόθυμοι να αλλάξουν ακόμα και το τρόπο που ζούσαν εάν η λογική το επέβαλε. Αλλά με τον Τύπο και με άλλα παρόμοια όπλα έχουμε καταφέρει σε μεγάλο βαθμό αυτό να το αλλάξουμε. Στο νου του ανθρώπου σου, απο τη παιδική του ηλικία κιόλας, διαβιώνουν μαζί δεκάδες ασύμβατες φιλοσοφίες και σκέψεις. Δεν ονομάζει τις θεωρίες ως "ορθές" ή "λάθος" αλλά ώς "ακαδημαϊκές", "πρακτικές", "παρωχημένες", "σύγχρονες", "συμβατικές", "αδίστακτες". Η ασυναρτησία, και όχι η επιχειρηματολογία, είναι ο καλύτερός σου σύμμαχος για να τον κρατήσεις μακριά απο την Εκκλησία. Μη σπαταλάς χρόνο προσπαθώντας να τον πείσεις πως ο υλισμός είναι ορθός! Καν' τον να πιστέψει πως είναι δυνατός, πλήρης, άτρομος - αυτή είναι η φιλοσοφία του μέλλοντος. Γι' αυτά τα πράγματα νοιάζεται ο άνθρωπος.

    Το πρόβλημα με την επιχειρηματολογία είναι πως μετακινεί την όλη διαμάχη στην επικράτεια του Εχθρού. Και Αυτός μπορεί να επιχειρηματολογήσει, ενώ στη πρακτική προπαγάνδα του είδους που προτείνω, έχει δείξει εδώ και αιώνες πως είναι αρκετά κατώτερος απο τον Υπόγειο Πατέρα μας. Η επιχειρηματολογία ξυπνά τη λογική του ασθενούς μας, και μετά ποιος μπορεί να προβλέψει το αποτέλεσμα; Ακόμα και αν ένας λογικός συνειρμός διαστραφεί υπέρ σου, θα καταλάβεις πως απλά ενδυναμώνεται στον ασθενή σου η επικίνδυνη συνήθεια να τραβάει τη προσοχή του απο τις άμεσες υποκειμενικές του εμπειρίες και να τη στρέφει σε καθολικά, αντικειμενικά ζητήματα. Η δουλειά σου είναι να διατηρήσεις τη προσοχή του στην εικόνα που έχει αυτός για το κόσμο. Μάθε τον να την λέει "αληθινή ζωή" και μην τον αφήσεις να αναρωτηθεί τι εννοεί με τη λέξη "αληθινή".

    Θυμήσου, δεν είναι, σαν και εσένα, πνεύμα όλος δι' όλου. Δεν έχεις υπάρξει ποτέ άνθρωπος (το σιχαμερό πλεονέκτημα του Εχθρού) και δε συνειδητοποιείς πόσο σκλαβωμένοι είναι στη δύναμη της συνήθειας. Είχα κάποτε έναν ασθενή, εκ πεποιθήσεως άθεο, που συνήθιζε να διαβάζει στο Βρετανικό Μουσείο. Μια μέρα, καθώς διάβαζε, κατάλαβα πως ένας συνειρμός στο μυαλό του άρχιζε να ξεστρατίζει. Ο Εχθρός, φυσικά, βρέθηκε αμέσως απο πάνω του. Μέχρι να καταλάβω τι γινόταν, είδα είκοσι χρόνια δουλειάς να τρέμουν συθέμελα. Αν δοκίμαζα την επιχειρηματολογία ως τρόπο άμυνας θα ήμουν τελειωμένος. Όμως δε φέρθηκα τόσο ανόητα. Χτύπησα χωρίς χρονοτριβή στο μέρος εκείνο που είχα περισσότερο υπο τον έλεγχό μου και του πρότεινα πως ήταν επιτέλους ώρα για φαγητό. Ο Εχθρός, υποθέτω, ανταποκρίθηκε (γνωρίζεις φυσικά πως κανείς δε μπορεί να κρυφακούσει τί τους λέει) πως αυτό ήταν πιο σημαντικό απο το φαγητό. Τουλάχιστον νομίζω πως του ψιθύρισε κάτι τέτοιο γιατί όταν του είπα "όντως, είναι μάλλον πολύ σημαντικό για να καταπιαστείς μ' αυτό μεσημεριάτικα", ο ασθενής έλαμψε. Και μέχρι να ολοκληρώσω λέγοντας "Καλύτερα να επιστρέψεις μετά το φαγητό που θα έχεις καθαρό μυαλό" ήταν ήδη στο δρόμο του για τη πόρτα. Με το που βρέθηκε στο δρόμο η μάχη είχε νικηθεί. Ένα πιτσιρίκι πουλούσε εφημερίδες και το λεωφορείο 73 μόλις περνούσε, και μέχρι να ανεβεί, του εμφύτευσα την αμετάβλητη πεποίθηση πως, όποια ιδέα και να καρφωθεί στο μυαλό κάποιου εγκλωβισμένου με τα βιβλία του, μια υγιής δόση της "αληθινής ζωής" (εννοώντας το πιτσιρίκο με τις εφημερίδες και το λεωφορείο) ήταν αρκετή για να του δείξει πως "τέτοια πράγματα" απλά δεν υφίστανται. Ήξερε πως τη γλύτωσε παρα τρίχα και τα επόμενα χρόνια συνήθιζε να μιλάει για την "άναρθρη αίσθηση της πραγματικότητας που είναι η τελευταία ασπίδα προστασίας ενάντια στις παρεκκλίσεις της λογικής". Πλέον βρίσκεται ασφαλής στον οίκο του Πατρός μας.

    Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Χάρη σε διαδικασίες που κινήσαμε αιώνες πριν στους ανθρώπους, τους είναι αδύνατον να πιστέψουν στο άγνωστο ενόσω περνάει μπροστά στα μάτια τους το οικείο. Δείξ' του τη συνηθισμένη πλευρά των πραγμάτων. Πάνω απ' όλα, μη χρησιμοποιήσεις την επιστήμη (τη πραγματική επιστήμη) ως ασπίδα ενάντια στον Χριστιανισμό. Γιατί τότε σίγουρα θα αρχίζει να περιεργάζεται πραγματικότητες που δε μπορεί να αγγίξει και να δει. Υπήρξαν δυστυχώς θλιβερές υποθέσεις ανάμεσα στους σύγχρονους φυσικούς. Αν οπωσδήποτε επιθυμεί τις επιστήμες, κράτα τον στην οικονομολογία και στη κοινωνιολογία - μη τον αφήσεις να ξεφύγει απο αυτή την ανεκτίμητη "αληθινή ζωή". Αλλά το καλύτερο απ' όλα θα ήταν να μην τον αφήσεις να μελετήσει καθόλου την επιστήμη μα να του περάσεις την ιδέα πως τα γνωρίζει όλα και πως ό,τι έτυχε να διαβάσει ή να ακούσει σε συζητήσεις είναι "τα αποτελέσματα των σύγχρονων ερευνών". Θυμήσου πως είσαι εκεί για να τον μπερδεύεις. Έτσι όπως μιλάτε μερικοί απο εσάς τους νεότερους δαίμονες, θα πίστευε κάποιος πως κάνουμε εμείς τη δουλειά σας.

    Ο στοργικός σου θείος,
    Screwtape.

    Leave a comment:


  • Titus
    replied
    ''Το νεαρό άτομο προέρχεται από μια παραπαίουσα οικογένεια, συχνάζει ή και όχι σ’ένα σχολείο που το βλέπει σαν αγγαρεία, βρίσκεται τέλος μπροστά σε μια κοινωνία, στην οποία όλες οι αξίες και οι νόρμες έχουν λίγο πολύ αντικατασταθεί από το βιοτικό επίπεδο, την οικονομική επιφάνεια τις ανέσεις και την κατανάλωση. Ούτε θρησκεία,ούτε πολιτικές ιδέες, ούτε κοινωνική αλληλεγγύη με κάποια τοπική ή εργασιακή κοινότητα, με κάποιους ταξικούς συντρόφους. Αν δεν περιθωριοποιηθεί ( ναρκωτικά, εγκληματικότητα, χαρακτηρολογική αστάθεια) , του μένει η βασική οδός της ιδιώτευσης, που μπορεί αν θέλει να την εμπλουτίσει με μια ή περισσότερες προσωπικές μανίες. Ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι''

    Κορνήλιος Καστοριάδης.

    Leave a comment:


  • Titus
    replied
    Ας χτυπιόμαστε, ας ιδρώνουμε κι ας πολεμούμε - αυτό που λέγεται Μοίρα τηρεί παντοτινά μια ένοπλη ουδετερότητα. Κι όμως, ακόμα κι αν όλα αυτά είναι έτσι, μες στις καρδιές μας πλάθουμε τα μελλούμενα όλου του κόσμου, και μες στις καρδιές μας φτιάχνουμε τους δικούς μας θεούς. Κάθε ινητός ρίχνει την ψήφο του σ'αυτόν που θέλει για κυβερνήτη του κόσμου.΄πΕχω μια φωνή που βοηθάει να πλάσουμε την αιωνιότητα και οι επιθυμίες μου ταράζουν τις τροχιές ακόμα και των πιο μακρινών ήλιων. Κατά δύο έννοιες, είμαστε αυτό ακριβώς που λατρεύουμε. Εμείς οι ίδιοι είμαστε η Μοίρα.

    Χέρμαν Μέλβιλ, "White - Jacket".

    Leave a comment:


  • Altair
    replied
    Γαμάτο πραγματικά.:resp:

    Leave a comment:


  • Loggo
    replied
    Είχα την εντύπωση ότι είχαμε thread, τέλος πάντων. Το πέτυχα στο poiein.gr, μου άρεσε και το βάζω. Είναι ελαφρώς clopy απο το γνωστό έργο του Κάφκα, μάλιστα έγινε και ψιλό θέμα στο site, αλλά, και πάλι, έριξα επικό χαμόγελο όταν το διάβασα.

    ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

    Κάθε μέρα χτυπούσες την πόρτα του μεγάλου πύργου και κανείς δε σου άνοιγε.
    Κάθε μέρα σε ρώταγε ο φύλακας &#171;Τι θέλεις;&#187; κι’ εσύ αποκρινόσουν &#171;Ήρθα να δω τους άρχοντες&#187; κι’ εκείνος έλεγε &#171;Κανείς δεν επιτρέπεται να δει τους άρχοντες&#187; κι’ εσύ του απαντούσες &#171;Κάποια μέρα, κάποια μέρα θα ξεσπάσει η επανάσταση και τότε αυτό το κάστρο θα γκρεμιστεί συθέμελα και οι άρχοντες που πίνουν το αίμα μας τόσα χρόνια θα πληρώσουν για όσα μας έκαναν&#187; και ο φύλακας γέλαγε, και σε χτύπαγε φιλικά στην πλάτη και σούλεγε &#171;Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα τα ξαναπούμε&#187;.
    Χτες το βράδυ, αποκαμωμένος, κοιμήθηκες στα σκαλοπάτια του μεγάλου πύργου.
    Το πρωί σηκώθηκες, τεντώθηκες, και χτύπησες την πόρτα.
    &#171;Τι θέλεις;&#187; σε ρώτησε ο φύλακας κι’ εσύ &#171;Ήρθα να δω τους άρχοντες&#187; του αποκρίθηκες. &#171;Δεν υπάρχουν άρχοντες&#187; απάντησε ο φύλακας κι’ εσύ απορημένος &#171;Τι εννοείς;&#187; τον ρώτησες.
    Ο φύλακας σε κοίταξε θλιμμένα. &#171;Η επανάσταση έγινε χτες το βράδυ&#187;, είπε. &#171;Την έχασες επειδή κοιμόσουν. Τώρα δεν υπάρχουν πια άρχοντες. Τώρα είμαστε όλοι ίσοι και ελεύθεροι&#187;.
    &#171;Τότε…μπορώ να μπω;&#187; ρώτησες διστακτικά.
    &#171;Όχι&#187;, σου απάντησε. &#171;Είμαι τώρα ο Φύλακας της Επανάστασης. Και η επανάσταση κινδυνεύει από κάτι ανθρώπους σαν εσένα&#187;.

    Γιώργος Νικολόπουλος

    Leave a comment:


  • Somari
    replied
    Toy Walken την άκουσα ήδη...του Dafoe asap, βρήκα και αυτό...πολύ καλό και respect στον μακαρίτη Vincent



    Αν ο James Earl Jones το διάβαζε με τη φωνή του Darth Vader θα κέρδιζε πολλούς πόντους. *ΧΧΧΦΦΦΦΦΦΦ* Only this, and nothing more *ΧΧΧΧΧΧΧΦΦΦΦΦΦΦ* young Skywalker.


    Leave a comment:


  • Titus
    replied
    Σομάρι πάρε άλλες δύο αναγνώσεις.

    Από Christopher Walken (υποκλίνομαι!)



    Από Willem Dafoe (από το δίσκο "The Raven" του Lou Reed)




    Αν ο James Earl Jones το διάβαζε με τη φωνή του Darth Vader θα κέρδιζε πολλούς πόντους. *ΧΧΧΦΦΦΦΦΦΦ* Only this, and nothing more *ΧΧΧΧΧΧΧΦΦΦΦΦΦΦ* young Skywalker.

    Leave a comment:


  • Somari
    replied



    Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
    Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
    While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
    As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
    `'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
    Only this, and nothing more.'

    Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
    And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
    Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
    From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
    For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
    Nameless here for evermore.

    And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
    Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
    So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
    `'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
    Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
    This it is, and nothing more,'

    Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
    `Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
    But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
    And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
    That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
    Darkness there, and nothing more.

    Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
    Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
    But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
    And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
    This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
    Merely this and nothing more.

    Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
    Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
    `Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
    Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
    Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
    'Tis the wind and nothing more!'

    Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
    In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
    Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
    But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
    Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
    Perched, and sat, and nothing more.

    Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
    By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
    `Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
    Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
    Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
    Quoth the raven, `Nevermore.'

    Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
    Though its answer little meaning - little relevancy bore;
    For we cannot help agreeing that no living human being
    Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
    Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
    With such name as `Nevermore.'

    But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
    That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
    Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
    Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
    On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
    Then the bird said, `Nevermore.'

    Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
    `Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
    Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
    Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
    Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
    Of "Never-nevermore."'

    But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
    Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
    Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
    Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
    What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
    Meant in croaking `Nevermore.'

    This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
    To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
    This and more I sat divining, with my head at ease reclining
    On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
    But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
    She shall press, ah, nevermore!

    Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
    Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
    `Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
    Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
    Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
    Quoth the raven, `Nevermore.'

    `Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
    Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
    Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
    On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
    Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
    Quoth the raven, `Nevermore.'

    `Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
    By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
    Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
    It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
    Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
    Quoth the raven, `Nevermore.'

    `Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
    `Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
    Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
    Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
    Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
    Quoth the raven, `Nevermore.'

    And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
    On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
    And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
    And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
    And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
    Shall be lifted - nevermore!

    Leave a comment:


  • Evans
    replied
    Ο Φωτεινός Θάλαμος (Roland Barthes)

    Η "ιδιωτική ζωή" δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ζώνη εκείνη του χώρου και του χρόνου όπου δεν είμαι μια εικόνα, ένα αντικείμενο. Είναι πολιτικό δικαίωμά μου να είμαι ένα υποκείμενο, που οφείλω να υπερασπιστώ.

    Leave a comment:


  • Evans
    replied
    Τα στερνά του Γιούγκερμαν (Μ. Καραγάτσης)

    "Πρέπει".
    Ο πιο άδειος λόγος, μες στην απέραντη κενολογία της ανθρώπινης γλώσσας. Το σύμβολο της ματαιότερης δεοντολογίας. Τι πάει να πει "πρέπει;" Ποια είν' εκείνη η δύναμη που μπορεί να επιβάλει στον άνθρωπο τη δοσμένη αλήθεια, την αλήθεια που αντικειμενοποιείται; "Πρέπει." Ποιος ανόητος γέννησε αυτό το λόγο, και ποιος τρελός πίστεψε σ' αυτόν; Το πρόβλημα των πράξεών μας - της ζωής μας δηλαδή το πρόβλημα - δε βρίσκεται στη δεοντολογία, μα στο δυναμισμό. Ας κάνουμε ό,τι μπορούμε. Είναι ο μοναδικός πλούτος της μάταιης ύπαρξής μας. Το τι πρέπει ή έπρεπε να κάνουμε, ας μείνει για στερνή παρηγοριά ή τυράγνια του τραγικού ισολογισμού των γερατειών. Κι οι μεταγενέστεροι ας κρίνουν. Ας ανεγείρουν ανδριάντα στον τάφο μας, ας χτίσουν βεσπασιανή. Η λόξα της υστεροφημίας παιδεύει μόνο τους κενόδοξους, εκείνους που η Μοίρα τους φυλάει τον απολυτότερο θάνατο. Το διαισθάνονται, γι' αυτό ανησυχούν...
    Πρέπει...

    Leave a comment:

Working...
X